Ένα σπίτι, τριάντα πέντε άνθρωποι, ένα κοινό πρόβλημα: ο εθισμός στην ουσία. Και μετά, μια μαύρη γάτα να πηγαινοέρχεται στο χώρο, μία ομάδα φοιτητών να ρωτάει ένα σωρό πράγματα μαζί, μια ψυχολόγος με πολλή υπομονή. Τι είναι η Ιθάκη; Πότε κάποιος μένει εδώ; Ποια τα ποσοστά επιτυχίας του προγράμματος; Και ύστερα τα δύσκολα: Γιατί μια χώρα που θέλει να «καθαρίσει» δεν μπορεί να μετριάσει τη διακίνηση ουσιών εδώ και σχεδόν τριάντα χρόνια; Γιατί φτάνει στα προγράμματα απεξάρτησης μόνο η μειοψηφία των χρηστών; Πόσο δυσκολεύει η απεξάρτηση από τα ναρκωτικά σε μια εποχή που όλα περιστρέφονται γύρω από την κρίση;
Δεν είναι παρά ένα απλό κτίριο. Ένα κτίριο κανονικό, με πόρτες και παράθυρα, καθόλου πιο τρομακτικό ή επιβλητικό από τα άλλα. Το παλιό ορφανοτροφείο, που μετά άδειασε από παιδιά και γέμισε αργότερα στην ιστορία του ενήλικες, μας περίμενε εκεί, με τη μεγάλη του αυλή και τις στολισμένες του γλάστρες. Με τα καθαρά, σφουγγαρισμένα του πατώματα, με τους κορνιζαρισμένους πίνακες και τις χειροτεχνίες του, με το μικρό πρίγκιπα και τον αγαπημένο του πλανήτη να παρατηρεί ζωγραφισμένος στον τοίχο. Δεν ήμασταν προετοιμασμένοι για κάτι τέτοιο. Θα ήταν μάλλον ευκολότερο για μας να είναι ένα αποστειρωμένο, λευκό ίδρυμα με ράντσα στους διαδρόμους και με τη γνωστή ενοχλητική μυρωδιά του νοσοκομείου.
Άνθρωποι περνούσαν από δίπλα μας και μας έλεγαν «καλημέρα». Όλοι είχαν μια ανάθεση: την καθαριότητα, το μαγείρεμα, την υποδοχή. Όλοι βρισκόταν αφοσιωμένοι σε κάτι και –τουλάχιστον με την πρώτη ματιά- κανείς δε βαρυγκωμούσε. Άλλωστε, είναι στις βασικές αρχές της Ιθάκης: η διαμονή είναι δωρεάν, είναι κλειστό πρόγραμμα –χωρίς υποκατάστατα- και καθένας μπορεί να φύγει ακριβώς όταν το θελήσει. Δεν υπάρχουν κάγκελα στα παράθυρα, δεν υπάρχουν σύρματα και καμία ιδιαίτερη περίφραξη. Αν όμως αποφασίσει να μείνει, τότε η ανάληψη ευθυνών είναι από τα πρώτα στα οποία πρέπει να συνηθίσει.
«Το πρόγραμμα έχει τρεις φάσεις» μας εξηγούσε η ψυχολόγος. «Πρώτα απευθύνεται κανείς στα κέντρα συμβουλευτικής, ύστερα περνά στο στάδιο της θεραπευτικής κοινότητας –αυτό διαρκεί περίπου 9 μήνες- και μετά στο Κέντρο Κοινωνικής Επανένταξης που διαρκεί περίπου ένα χρόνο. Φυσικά, για να βοηθήσει την επανένταξη το ΚΕΘΕΑ δίνει την ευκαιρία σε όσους δεν το έχουν κάνει να τελειώσουν το σχολείο, να συνεχίσουν στο ΙΕΚ ως «βοηθοί μαγειρικής τέχνης», να μάθουν αγγλικά, υπολογιστές, να ασχοληθούν με το judo, με την ξυλουργεία…Δεν μας ενδιαφέρει η εθνικότητα, το χρώμα ή το θρήσκευμα, αρκεί να πληροί κανείς δύο προϋποθέσεις: να είναι ενήλικος και να είναι εθισμένος».
Εθισμένος, ψυχή τε και σώματι. Και μάλιστα, κυρίως ψυχικά. Γιατί ο σωματικός εθισμός θα ταλαιπωρήσει το χρήστη κάποιες μέρες, με το ψυχικό μέρος του όμως θα παλεύει για χρόνια. Δεν ξέρω, το είχα πάντα ανάποδα στο μυαλό μου. Η εικόνα του ηρωινομανή που το σώμα του δεν αφήνει το μυαλό του να καθαρίσει: τελικά μάλλον γίνεται αντίθετα. Κι αν όλα ξεκινούν από την ψυχή, τότε, πώς είμαστε τόσο σίγουροι ότι δε μπορεί να νοσήσει και το δικό μας πνεύμα, πώς είμαστε τόσο σίγουροι ότι στη θέση του εθισμένου δεν μπορεί να μπει κανείς που να φέρει το επίθετό μας, που να μοιράζεται τη ζωή του με εμάς; Από τη δεκαετία του ’80 και μετά, τα ναρκωτικά στην Ελλάδα ενέπνευσαν μουσικές και ταινίες αλλά ακόμη δε σταματήσαμε φαίνεται να θεωρούμε στόχους πιθανούς μόνο τα παιδιά του γείτονα και όχι τα δικά μας. Η εύκολη προσέγγιση λέει να φοβάσαι αν πας στην Ιθάκη, να γελάς με τα μαυρισμένα μάτια και τη βαθιά, χαρμανιασμένη φωνή, να στρέφεις γυμνό οφθαλμό σε ό,τι πρέπει να κοιτάξεις βαθύτερα. Η εύκολη προσέγγιση είναι να μένεις απ’ έξω για να μπορείς να κατακρίνεις πιο άνετα. Τότε όμως θα μπορέσεις να δεις μόνο ένα κτίριο αν πας στην Ιθάκη. Δε θα μπορέσεις να δεις ένα σπίτι.
Παναγιώτα Κριπούρη
Φοιτήτρια Ιατρικής Δ.Π.Θ.